ακμή

η
1. το κοφτερό μέρος ενός πράγματος που κόβει ή χαράζει, η κόψη: Η ακμή του μαχαιριού χρειάζεται ακόνισμα.
2. το κορύφωμα, η πλήρης ανάπτυξη: Η μεγάλη ακμή της επιστήμης αρχίζει από το 19ο αιώνα.
3. (μαθημ.), η γραμμή της τομής δύο επιφανειών.
4. (ιατρ.), δερματοπάθεια της εφηβικής ηλικίας (σπυράκια της νιότης).

Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого). 2014.

Look at other dictionaries:

  • Ακμή —         (akme) (греч.) вершина, расцвет. Высшая степень чего либо. Философский энциклопедический словарь. М.: Советская энциклопедия. Гл. редакция: Л. Ф. Ильичёв, П. Н. Федосеев, С. М. Ковалёв, В. Г. Панов. 1983 …   Философская энциклопедия

  • ἀκμή — point fem nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ακμή — Η κόψη, το κοφτερό τμήμα ενός μεταλλικού οργάνου που κόβει ή χαράζει. Το κρίσιμο σημείο, η καμπή, ο κίνδυνος. Το κορύφωμα, η πλήρης ανάπτυξη, η ωριμότητα ενός πράγματος ή μιας κατάστασης. (Γεωμ.) α. δίεδρης γωνίας. Η κοινή ευθεία που σχηματίζουν… …   Dictionary of Greek

  • ἀκμῇ — ἀκμάζω to be in full bloom fut ind mid 2nd sg (doric aeolic) ἀκμάζω to be in full bloom fut ind act 3rd sg (doric aeolic) ἀκμή point fem dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ακμή — [акми] ουσ. Θ. расцвет, благоденствие …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • ἀκμῆι — ἀκμῇ , ἀκμάζω to be in full bloom fut ind mid 2nd sg (doric aeolic) ἀκμῇ , ἀκμάζω to be in full bloom fut ind act 3rd sg (doric aeolic) ἀκμῇ , ἀκμή point fem dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀκμήν — ἀκμή point indeclform (adverb) ἀκμή point fem acc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀκμαῖς — ἀκμή point fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀκμαῖσι — ἀκμή point fem dat pl (epic ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀκμαῖσιν — ἀκμή point fem dat pl (epic ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.